Ἀρχεῖα

Τό Ἅγιο Δωδεκαήμερο

Μέ­χρι τά μέ­σα τοῦ 4ου αἰ­ώ­να ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἑ­όρ­τα­ζε μα­ζί τή Γέν­νη­ση καί τήν Βά­πτι­ση τοῦ Χρι­στοῦ στίς 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, μέ τό ὄ­νο­μα Ἐ­πι­φά­νεια. Στό τέ­λος τοῦ 4ου αἰ­ώ­να (386 μ.Χ.) πρῶ­τος ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος μι­λᾶ γιά τά Χρι­στού­γεν­να, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τάς τα ὡς «μη­τρό­πο­λιν πα­σῶν τῶν ἑ­ορ­τῶν» καί ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἀ­πό τό 376 μ.Χ. ἔ­γι­νε γνω­στή αὐ­τή ἡ ἑ­ορ­τή ξε­χω­ρι­στά στίς Ἐκ­κλη­σί­ες τῆς Ἀ­να­το­λῆς.
Ἔ­τσι δι­α­μορ­φώ­θη­κε τό «Δω­δε­κα­ή­με­ρο», δη­λα­δή τό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἀ­πό ­τίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου ἕ­ως τήν 6η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, κα­τά τό ὁ­ποῖ­ο ἑ­ορ­τά­ζου­με τά Χρι­στού­γεν­να (25 Δεκ.­), τήν Πε­ρι­το­μή (1 Ἰ­αν.) καί τήν Βά­πτι­ση (6 Ἰ­αν.)

Πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων ἤ Με­γά­λες Ὧ­ρες Χρι­στου­γέν­νων
Σύμ­φω­να μέ τό τυ­πι­κό τῶν ἀ­κο­λου­θι­ῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἄν ἡ πα­ρα­μο­νή τῶν Χρι­στου­γέν­νων τύ­χει Σάβ­βα­το ἤ Κυ­ρια­κή, ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τῶν Με­γά­λων Ὡ­ρῶν ψάλ­λε­ται τήν Πα­ρα­σκευ­ή.
Οἱ «Ὧ­ρες» εἶ­ναι ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς Ἐ­κκλη­σί­ας μας, πού ψάλ­λον­ται σέ συγ­κε­κρι­μέ­νες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας (γι’ αὐ­τό λέ­γον­ται καί Ὧ­ρες), σύμ­φω­να μέ τόν βυ­ζαν­τι­νό τρό­πο με­τρή­σε­ως τοῦ χρό­νου, πού ἀν­τι­στοι­χεῖ ὡς ἑ­ξῆς: Πρώ­τη(Α) Ὥ­ρα: πε­ρί­που 6-7 τό πρω­ί, Τρί­τη(Γ): 9 τό πρω­ί, Ἕ­κτη(ΣΤ): 12 τό με­ση­μέ­ρι, Ἐ­νά­τη(Θ): 3 τό ἀ­πό­γευ­μα. Κά­θε ὥ­ρα ἔ­χει τό θέ­μα της: Α΄: τό φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας καί τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, Γ΄: κά­θο­δος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος(Πεν­τη­κο­στή), ΣΤ΄: ὥ­ρα Σταύ­ρω­σης τοῦ Κυ­ρί­ου, Θ΄: ὥ­ρα θα­νά­του τοῦ Κυ­ρί­ου. Πε­ρι­λαμ­βά­νουν κα­θη­με­ρι­νά: τρεῖς ψαλ­μούς, ἕ­να τρο­πά­ριο μέ θε­ο­το­κί­ο, προ­κεί­με­νο ὥ­ρας, τρι­σά­γιο, τρο­πά­ρια καί μιά εὐ­χή σχε­τι­κή μέ τό θέ­μα. Ψάλ­λον­ται βα­σι­κά στά μο­να­στή­ρια. Στίς με­γά­λες γι­ορ­τές (Μ. Πα­ρα­σκευ­ή, Χρι­στού­γεν­να, Θε­ο­φά­νεια) ἀλ­λά­ζουν ἐν­τε­λῶς μορ­φή καί ἐ­πι­μη­κύ­νον­ται.
Οἱ ψαλ­μοί εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γοι τῶν ἑ­ορ­τῶν, ὑ­πάρ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­πί­και­ρα τρο­πά­ρια, ὑ­πάρ­χουν ἀ­να­γνώ­σμα­τα ἀ­πό τήν Πα­λαι­ά καί τήν Και­νή Δι­α­θή­κη. Γι’ αὐ­τό ὀ­νο­μά­ζον­ται καί Με­γά­λες Ὧ­ρες.
Οἱ Με­γά­λες Ὧ­ρες τῶν Χρι­στου­γέν­νων μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζουν γιά τό γε­γο­νός τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου καί πε­ρι­λαμ­βά­νουν πολ­λές προ­φη­τεῖ­ες, ἀ­πο­στο­λι­κά καί εὐ­αγ­γε­λι­κά ἀ­να­γνώ­σμα­τα πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στό γε­γο­νός τῆς Σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ.
Δύ­ο τρο­πά­ρια εἶ­ναι κοι­νά γιά ὅ­λες τίς Ὧ­ρες: Τό τρο­πά­ριο «Ἀ­πε­γρά­φε­το πο­τέ.­.­.» πού μι­λᾶ γιά τήν ἀ­πο­γρα­φή καί τά πρό καί κα­τά τή Γέν­νη­ση γε­γο­νό­τα, καί τό προ­ε­όρ­τιο Κον­τά­κιο «Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον τόν προ­αι­ώ­νιον Λό­γον.­.­.­»:
«Ἀ­πε­γρά­φε­το πο­τέ, σύν τῷ πρε­σβύ­τῃ Ἰ­ω­σήφ, ὡς ἐκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ῒδ, ἐν Βη­θλε­έμ ἡ Μα­ριάμ, κυ­ο­φο­ροῦ­σα τήν ἄ­σπο­ρον κυ­ο­φο­ρί­αν. Ἐ­πέ­στη δέ και­ρός ὁ τῆς γεν­νή­σε­ως, καί τό­πος ἦν οὐ­δείς τῷ κα­τα­λύ­μα­τι. Ἀλ­λ’ ὡς τερ­πνόν πα­λά­τιον, τό Σπή­λαι­ον τῇ Βα­σι­λί­δι ἐ­δεί­κνυ­το. Χρι­στός γεν­νᾶ­ται, τήν πρίν πε­σοῦ­σαν, ἀ­να­στή­σων εἰ­κό­να».
«Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον, τόν προ­αι­ώ­νιον Λό­γον, ἐν Σπη­λαί­ῳ ἔρ­χε­ται, ἀ­πο­τε­κεῖν ἀ­πορ­ρή­τως. Χό­ρευ­ε ἡ οἰ­κου­μέ­νη ἀ­κου­τι­σθεῖ­σα, δό­ξα­σον με­τά Ἀγ­γέ­λων καί τῶν Ποι­μέ­νων, βου­λη­θέν­τα ἐ­πο­φθῆ­ναι, παι­δί­ον νέ­ον, τόν πρό αἰ­ώ­νων Θε­όν».
Βρι­σκό­μα­στε στήν πα­ρα­μο­νή τῆς ἑ­ορ­τῆς, γι’ αὐ­τό καί τά τρο­πά­ρια εἶ­ναι προ­ε­όρ­τια, μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζουν νά δε­χτοῦ­με τό με­γά­λο Μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τάς μας τό βά­θος τῶν γε­γο­νό­των καί τή ση­μα­σί­α τους γιά τή ζω­ή μας, ὅ­πως τό πα­ρα­κά­τω τρο­πά­ριο τῆς Α΄ Ὥ­ρας:
«Βη­θλε­έμ ἑ­τοι­μά­ζου, εὐ­τρε­πι­ζέ­σθω ἡ Φάτ­νη, τό Σπή­λαι­ον δε­χέ­σθω, ἡ ἀ­λή­θεια ἦλ­θεν, ἡ σκιά πα­ρέ­δρα­με. Καί Θε­ός ἀν­θρώ­ποις, ἐκ Παρ­θέ­νου πε­φα­νέ­ρω­ται, μορ­φω­θείς τό κα­θ’ ἡ­μᾶς, καί θε­ώ­σας τό πρόσ­λημ­μα. Διό Ἀ­δάμ ἀ­να­νε­οῦ­ται σύν τῇ Εὔ­α, κρά­ζον­τες, Ἐ­πί γῆς εὐ­δο­κί­α ἐ­πε­φά­νη, σῶ­σαι τό γέ­νος ἡ­μῶν».
Πα­ρου­σιά­ζει ὅ­μως καί τήν ἀν­θρώ­πι­νη δυ­σκο­λί­α νά κα­τα­νο­η­θεῖ αὐ­τό τό με­γά­λο, ἐ­ξαί­σιο θαῦ­μα πού κα­τε­βά­ζει τόν Θε­ό στή γῆ:
«Τά­δε λέ­γει Ἰ­ω­σήφ πρός τήν Παρ­θέ­νον. Μα­ρί­α, τί τό δρᾶ­μα τοῦ­το, ὅ ἐν σοί τε­θέ­α­μαι; ἀ­πο­ρῶ καί ἐ­ξί­στα­μαι, καί τόν νοῦν κα­τα­πλήτ­το­μαι! Λά­θρα τοί­νυν ἀ­π’ ἐ­μοῦ, γε­νοῦ ἐν τά­χει. Μα­ρί­α, τί τό δρᾶ­μα τοῦ­το, ὅ ἐν σοί τε­θέ­α­μαι; ἀν­τί τι­μῆς αἰ­σχύ­νην. Ἀν­τ’ εὐ­φρο­σύ­νης, τήν λύ­πην. Ἀν­τί τοῦ ἐ­παι­νεῖ­σθαι, τόν ψό­γον μοι προ­σή­γα­γες. Οὐκ ἔ­τι φέ­ρω λοι­πόν, τό ὄ­νει­δος ἀν­θρώ­πων. Ὑ­πό γάρ Ἱ­ε­ρέ­ων ἐκ τοῦ να­οῦ, ὡς ἄ­μεμ­πτον Κυ­ρί­ου σέ πα­ρέ­λα­βον. Καί τί τό ὁ­ρώ­με­νον;» (Δο­ξα­στι­κό Α΄ Ὥ­ρας)
Ὅ­μως ἡ πί­στη, ἡ ἔ­ρευ­να τῆς πί­στε­ως καί ἡ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ μᾶς βο­η­θοῦν νά ἀ­πεγ­κλω­βι­στοῦ­με ἀ­πό τή στε­νή δι­α­δι­κα­σί­α τῶν λο­γι­κῶν δι­ερ­γα­σι­ῶν καί νά ἀ­νοι­χτοῦ­με στό θαῦ­μα:
«Ἰ­ω­σήφ, εἰ­πέ ἡ­μῖν, πῶς ἐκ τῶν ἁ­γί­ων ἥν πα­ρέ­λα­βες Κό­ρην, ἔγ­κυ­ον φέ­ρεις ἐν Βη­θλε­έμ; Ἐ­γώ φη­σί, τούς Προ­φή­τας ἐ­ρευ­νή­σας, καί χρη­μα­τι­σθείς ὑ­πό Ἀγ­γέ­λου, πέ­πει­σμαι, ὅ­τι Θε­όν γεν­νή­σει ἡ Μα­ρί­α ἀ­νερ­μη­νεύ­τως. Οὗ εἰς προ­σκύ­νη­σιν, Μά­γοι ἐξ Ἀ­να­το­λῶν ἥ­ξου­σι, σύν δώ­ροις τι­μί­οις λα­τρεύ­ον­τες. Ὁ σαρ­κω­θείς δι’ ἡ­μᾶς, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι». (Δο­ξα­στι­κό Γ΄Ὥ­ρας)
Αὐ­τό τό ἄ­νοιγ­μα μᾶς βο­η­θᾶ νά κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἔ­χου­με κι ἐ­μεῖς θέ­ση μέ­σα σ’ αὐ­τό τό θαῦ­μα, μᾶς ὁ­δη­γεῖ νά βροῦ­με τόν τρό­πο νά ἑ­τοι­μα­στοῦ­με γιά νά γί­νου­με ἄ­ξιοι προ­σκυ­νη­τές τοῦ θεί­ου Βρέ­φους: νά γί­νου­με «μη­τέ­ρα καί ἀ­δελ­φοί Του», ὅ­πως γρά­φει ὁ Ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος:
«Δεῦ­τε πι­στοί ἐ­παρ­θῶ­μεν ἐν­θέ­ως, καί κα­τί­δω­μεν συγ­κα­τά­βα­σιν θε­ϊ­κήν ἄ­νω­θεν, ἐν Βη­θλε­έμ πρός ἡ­μᾶς ἐμ­φα­νῶς. Καί νοῦν κα­θαρ­θέν­τες, τῷ βί­ῳ προ­σε­νέγ­κω­μεν, ἀ­ρε­τάς ἀν­τί μύ­ρου, προ­ευ­τρε­πί­ζον­τες πι­στῶς, τῶν Γε­νε­θλί­ων τάς εἰ­σό­δους, ἐ­πί τῶν ψυ­χι­κῶν θη­σαυ­ρι­σμά­των, κρά­ζον­τες. Ἐν ὑ­ψί­στοις δό­ξα, Θε­ῷ τῷ ἐν Τριά­δι, δι’ οὗ ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α ἐ­πε­φά­νη, τόν Ἀ­δάμ ἐ­κλυ­τρώ­σα­σθαι, τῆς ἀρ­χε­γό­νου ἀ­ρᾶς ὡς Φι­λάν­θρω­πος» (Τρο­πά­ριο ΣΤ΄ Ὥ­ρας).
Μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο βι­ώ­νου­με τόν λει­τουρ­γι­κό χρό­νο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ζοῦ­με τό πα­ρελ­θόν ὡς πα­ρόν. Ὁ χρό­νος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι ἐ­νια­ίος: πα­ρελ­θόν, πα­ρόν καί μέλ­λον εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­να ἐν Χρι­στῷ. Τό δο­ξα­στι­κό τῆς Θ΄ Ὥ­ρας μᾶς εἰ­σά­γει σ’ αὐ­τήν τήν βι­ω­μα­τι­κή δι­ά­στα­ση τῶν Χρι­στου­γέν­νων:
«Σή­με­ρον γεν­νᾶ­ται ἐκ Παρ­θέ­νου, ὁ δρα­κί τήν πᾶ­σαν ἔ­χων κτί­σιν. Ρά­κει κα­θά­περ βρο­τός σπαρ­γα­νοῦ­ται, ὁ τῇ οὐ­σί­ᾳ ἀ­να­φής. Θε­ός ἐν φάτ­νῃ ἀ­να­κλί­νε­ται, ὁ στε­ρε­ώ­σας τούς οὐ­ρα­νούς πά­λαι κα­τ’ ἀρ­χάς. Ἐκ μα­ζῶν γά­λα τρέ­φε­ται, ὁ ἐν τῇ ἐ­ρή­μῳ Μάν­να ὀμ­βρί­σας τῷ Λα­ῷ. Μά­γους προ­σκα­λεῖ­ται, ὁ Νυμ­φί­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δῶ­ρα τού­των αἴ­ρει, ὁ Υἱ­ός τῆς Παρ­θέ­νου. Προ­σκυ­νοῦ­μέν σου τήν Γέν­ναν Χρι­στέ. Δεῖ­ξον ἡ­μῖν καί τά θεῖ­ά σου Θε­ο­φά­νεια».

26 Δε­κεμ­βρί­ου – Σύ­να­ξη Θε­ο­τό­κου
Στήν λει­τουρ­γι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας συ­ναν­τοῦ­με τόν ὅ­ρο «Σύ­να­ξις». Με­τά ἀ­πό με­γά­λες ἑ­ορ­τές τῶν ση­μαν­τι­κῶν προ­σώ­πων τοῦ σχε­δί­ου τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας (Χρι­στός, Πα­να­γί­α), τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ μέ τήν «σύ­να­ξη» τό πρό­σω­πο ἤ τά πρό­σω­πα πού ὑ­πούρ­γη­σαν (δη­λα­δή ὑ­πη­ρέ­τη­σαν, ἔ­παι­ξαν κύ­ριο ρό­λο στό γε­γο­νός) τό μυ­στή­ριο.
Ἔ­τσι ἔ­χου­με: 25 Μαρ­τί­ου: Εὐ­αγ­γε­λι­σμός – 26 Μαρ­τί­ου: Σύ­να­ξις Ἀρ­χαγ­γέ­λου Γα­βρι­ήλ, 25 Δε­κεμ­βρί­ου: Χρι­στού­γεν­να – 26 Δε­κεμ­βρί­ου: Σύ­να­ξις Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, 6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου: Βά­πτι­ση – 7 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου: Σύ­να­ξις Ἰ­ω­άν­νου Προ­δρό­μου, Κυ­ρια­κή Πεν­τη­κο­στῆς – Δευ­τέ­ρα Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, 8 Σε­πτεμ­βρί­ου: Γέν­νη­σις Θε­ο­τό­κου – 9 Σε­πτεμ­βρί­ου: Σύ­να­ξις Θε­ο­πα­τό­ρων Ἰ­ω­α­κείμ καί Ἄν­νης.
Τήν ἑ­πο­μέ­νη τῶν Χρι­στου­γέν­νων ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τε­λεῖ τήν «Σύ­να­ξιν τῆς ‘Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου». Τό συ­να­ξά­ρι τῆς ἡ­μέ­ρας δι­η­γεῖ­ται καί «Πε­ρί τῆς εἰς Αἴ­γυ­πτον φυ­γῆς τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου»:
Ὁ­ταν ὁ Ἡ­ρώ­δης πῆ­ρε τήν ἀ­πό­φα­ση νά θα­να­τω­θοῦν ὅ­λα τά παι­διά τῆς πε­ρι­ο­χῆς Βη­θλε­έμ ἀ­πό δύ­ο χρο­νῶν καί κά­τω, ἐμ­φα­νί­στη­κε σέ ὄ­νει­ρο στόν Ἰ­ω­σήφ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί τοῦ εἶ­πε: «Σή­κω, πά­ρε τό Παι­δί καί τήν μη­τέ­ρα Του καί φῦ­γε καί πή­γαι­νε στήν Αἴ­γυ­πτο καί μεῖ­νε ἐ­κεῖ μέ­χρι νά σοῦ πῶ πά­λι τί θά κά­νεις».
Ἔ­φυ­γε, λοι­πόν, καί πῆ­γε στήν Αἴ­γυ­πτο ἡ Θε­ο­τό­κος μα­ζί μέ τό Θεῖ­ο Βρέ­φος καί τόν Ἰ­ω­σήφ ἀ­φ’ ἑ­νός μέν γιά νά ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ἡ προ­φη­τεί­α πού ἔ­λε­γε «κά­λε­σα τόν Υἱ­ό μου ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο» καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου γιά νά κλεί­σει τά στό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Αὐ­τό ση­μαί­νει τό ἑ­ξῆς: ἐ­άν δέν ἔ­φευ­γε θά συλ­λαμ­βα­νό­ταν τό Βρέ­φος καί ἤ θά φο­νευ­ό­ταν, ὁ­πό­τε θά ἐμ­πο­δι­ζό­ταν ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους ἤ, ἐ­άν σω­ζό­ταν γιά νά πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ τό σχέ­διο τῆς σω­τη­ρί­ας, τό­τε πολ­λοί θά ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν ὅ­τι ὁ Χρι­στός γεν­νή­θη­κε κα­τά φαν­τα­σί­αν καί δέν πῆ­ρε πραγ­μα­τι­κά ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα. Δι­ό­τι, θά ἔ­λε­γαν, ἄν ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κά ἄν­θρω­πος (μέ σάρ­κα ὅ­πως ἐ­μεῖς) δέν μπο­ροῦ­σε πα­ρά νά θα­να­τω­θεῖ μέ ξῖ­φος, πρᾶγ­μα πού τό ἰ­σχυ­ρί­στη­καν μερ­ι­κοί αἱ­ρε­τι­κοί πα­ρό­τι δέν στη­ρί­χτη­καν σέ συγ­κε­κρι­μέ­να ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα.
Γι’ αὐ­τούς, λοι­πόν, τούς δύ­ο λό­γους ἔ­φυ­γε καί πῆ­γε στήν Αἴ­γυ­πτο. Ἐ­πί πλέ­ον ὅ­μως καί γιά νά συν­τρί­ψει τά εἴ­δω­λα πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό, ἀ­πο­φεύ­γον­τας, δη­λα­δή, τή σφα­γή ἀ­πό τόν Ἡ­ρώ­δη καί ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­μελ­λε νά σώ­σει ὁ­λό­κλη­ρη τήν οἰ­κου­μέ­νη μέ τή Σταύ­ρω­σή Του.
Οἱ ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι πα­νο­μοι­ό­τυ­πες μέ τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἐ­νῶ, πρίν ἀπό τό Συ­να­ξά­ρι, ὁ Οἶ­κος τῆς ἑ­ορ­τῆς μᾶς πα­ρου­σιά­ζει θε­ο­λο­γι­κό­τα­τα τό με­γά­λο μυ­στή­ριο τῆς ἀ­ει­παρ­θε­νί­ας τῆς Θε­ο­τό­κου:
«Τόν ἀ­γε­ώρ­γη­τον βό­τρυν βλα­στή­σα­σα, ἡ μυ­στι­κή ἄμ­πε­λος ὡς ἐ­πί κλά­δων, ἀγ­κά­λαις ἐ­βά­στα­ζε, καί ἔ­λε­γε: Σύ εἶ καρ­πός μου, σύ εἶ ἡ ζω­ή μου. Ἀ­φ’ οὗ ἔ­γνων, ὅ­τι καί ὅ ἤ­μην εἰ­μί, σύ μου Θε­ός. Τήν γάρ σφρα­γῖ­δα τῆς Παρ­θε­νί­ας μου ὁ­ρῶ­σα ἀ­κα­τά­λυ­τον, κη­ρύτ­τω σε ἄ­τρε­πτον Λό­γον, σάρ­κα γε­νό­με­νον. Οὐκ οἶ­δα σπο­ράν, οἶ­δά σε λύ­την τῆς φθο­ρᾶς. Ἁ­γνή γάρ εἰ­μι, σοῦ προ­σελ­θόν­τος ἐξ ἐ­μοῦ. Ὡς γάρ εὗ­ρες, ἔ­λι­πες μή­τραν ἐ­μήν. Διά τοῦ­το συγ­χο­ρεύ­ει πᾶ­σα κτί­σις βο­ῶ­σά μοι, Χαῖ­ρε ἡ Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη».

Κυ­ρια­κή με­τά τήν Χρι­στοῦ Γέν­νη­σιν
Σύμ­φω­να μέ τό τυ­πι­κό τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἡ πρώ­τη Κυ­ρια­κή με­τά τά Χρι­στού­γεν­να τι­μᾶ­ται μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­κο­λου­θί­α πού ψάλ­λε­ται ἀ­πό 26 ἕ­ως καί 31 Δε­κεμ­βρί­ου, ἀ­να­λό­γως τῆς ἡ­μέ­ρας πού τυ­χαί­νουν τά Χρι­στού­γεν­να.
Τό κον­τά­κιο καί ὁ Οἶ­κος τῆς ἑ­ορ­τῆς μᾶς πλη­ρο­φο­ροῦν γιά τά θε­ο­λο­γι­κά καί ἱ­στο­ρι­κά δε­δο­μέ­να τῆς ἑ­ορ­τῆς:
«Εὐ­φρο­σύ­νης σή­με­ρον, Δαυ­ῒδ πλη­ροῦ­ται ὁ θεῖ­ος, Ἰ­ω­σήφ τε αἴ­νε­σιν, σύν Ἰ­α­κώ­βῳ προ­σφέ­ρει. Στέ­φος γάρ τῇ συγ­γε­νεί­ᾳ Χρι­στοῦ λα­βόν­τες, χαί­ρου­σι, καί τόν ἀ­φρά­στως ἐν γῇ τε­χθέν­τα, ἀ­νυ­μνοῦ­σι καί βο­ῶ­σιν, Οἰ­κτίρ­μον σῶ­ζε τούς σέ γε­ραί­ρον­τας».
«Ἀ­πορ­ρή­τῳ βου­λῇ, τί­κτε­ται σαρ­κί ὁ ἄ­σαρ­κος. Πε­ρι­γρά­φε­ται νῦν σώ­μα­τι, ὁ ἀ­πε­ρί­γρα­πτος, καί σώ­ζει ἀ­τρέ­πτως τάς ἄμ­φω οὐ­σί­ας. Ἀρ­χήν λαμ­βά­νει ὁ φύ­σει ἄ­ναρ­χος, καί μό­νος ὑ­πέρ­χρο­νος, ὁ­ρᾶ­ται βρέ­φος, ὁ ὑ­περ­τέ­λει­ος, φέ­ρε­ται χερ­σίν, ὁ φέ­ρων τά σύμ­παν­τα. Διό τούς τού­του συγ­γε­νεί­ᾳ σε­μνυ­νο­μέ­νους, ὡς Θε­ός στέ­φει τῷ ἑ­αυ­τοῦ το­κε­τῷ. Οὕς δο­ξά­ζον­τες πί­στει, ἀ­σι­γή­τως ἐκ­βο­ῶ­μεν: Οἰ­κτίρ­μων σῶ­ζε τούς σέ γε­ραί­ρον­τας».
Τό Συ­να­ξά­ρι τῆς ἑ­ορ­τῆς μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νει ὅ­τι τε­λοῦ­με:
«Μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων καί δι­καί­ων Θε­ο­πα­τό­ρων, Ἰ­ω­σήφ τοῦ Μνή­στο­ρος τῆς Ἁ­γί­ας Παρ­θέ­νου Δε­σποί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου, Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Ἀ­δελ­φοῦ τοῦ Κυ­ρί­ου, καί Δαυ­ῒδ τοῦ Προ­φή­του καί Βα­σι­λέ­ως»,
Ἐ­νῶ ἀ­κο­λου­θοῦν τά δί­στι­χα πού εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­να στούς τι­μω­μέ­νους ἀν­τι­στοί­χως:
«Τι­μῶ Ἰ­ω­σήφ Μνή­στο­ρα τῆς Παρ­θέ­νου,
Ὡς ἐ­κλε­γέν­τα φύ­λα­κα ταύ­της μό­νον.
Σύ τέ­το­κας παῖς, ἀλ­λ’ ἀ­δελ­φός Κυ­ρί­ου,
Τοῦ πάν­τα τε­κτή­ναν­τος ἐν λό­γῳ Μά­καρ.
Ἐ­γώ τί φή­σω, μαρ­τυ­ροῦν­τος Κυ­ρί­ου,
Τόν Δαυ­ῒδ εὗ­ρον, ὡς ἐ­μαυ­τοῦ καρ­δί­αν;»
Τό ὑ­πέ­ρο­χο δο­ξα­στι­κό τῶν αἴ­νων μᾶς μι­λᾶ γιά τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς προ­φη­τεί­ας τοῦ προ­φή­τη Ἰ­ω­ήλ πού σκι­ω­δῶς ἀ­να­φε­ρό­ταν στά γε­γο­νό­τα τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως:
Αἷ­μα καί πῦρ, καί ἀ­τμί­δα κα­πνοῦ, τέ­ρα­τα γῆς, ἅ προ­εῖ­δεν Ἰ­ω­ήλ. Αἷ­μα τήν Σάρ­κω­σιν, πῦρ τήν Θε­ό­τη­τα, ἀ­τμί­δα κα­πνοῦ, τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον, τό ἐ­πελ­θόν τῇ Παρ­θέ­νῳ, καί κό­σμον εὐ­ω­διά­σαν. Μέ­γα τό μυ­στή­ριον, τῆς σῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως, Κύ­ρι­ε δό­ξα σοι».

29 Δε­κεμ­βρί­ου
Αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν «Μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων Νη­πί­ων, τῶν ὑ­πό Ἡρώ­δου ἀ­ναι­ρε­θέν­των, χι­λιά­δων δε­κα­τεσ­σά­ρων». Τό δί­στι­χο τοῦ Συ­να­ξα­ρί­ου ἀ­να­φέ­ρει:
«Διά ξί­φους ἄ­ω­ρα μη­τέ­ρων Βρέ­φη, Ἀ­νεῖ­λεν ἐ­χθρός τοῦ βρε­φο­πλά­στου Βρέ­φους». Δη­λα­δή: «Μέ ξῖ­φος σκό­τω­σε νε­ο­γέν­νη­τα βρέ­φη μη­τέ­ρων, ὁ ἐ­χθρός τοῦ (θεί­ου) Βρέ­φους, πού εἶ­ναι ὁ Πλά­στης τῶν βρε­φῶν».
Τό ὑ­πό­μνη­μα τοῦ Συ­να­ξα­ρί­ου μᾶς ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι ὁ Ἡ­ρώ­δης σκέ­φτη­κε πώς ἄν σκό­τω­νε ὅ­λα τά παι­διά τῆς ἡ­λι­κί­ας πού ἐ­ξα­κρί­βω­σε ἀ­π’ τούς Μά­γους, δέν θά γλί­τω­νε ὁ μελ­λον­τι­κός Βα­σι­λιάς, οὔ­τε θά ἐ­πι­βου­λευ­ό­ταν τόν θρό­νο του.
Ἀλ­λά μά­ται­α κό­πια­σε ὁ πα­ρά­φρο­νας, δι­ό­τι δέν μπο­ροῦ­σε νά κα­τα­λά­βει ὅ­τι τή βου­λή (τό θέ­λη­μα) τοῦ Θε­οῦ ὁ ἄν­θρω­πος δέν μπο­ρεῖ νά τό ἐμ­πο­δί­σει. Ἔ­τσι σ’ ἐ­κεῖ­να μέν (τά βρέ­φη) προ­ξέ­νη­σε τήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, στόν ἑ­αυ­τό του δέ «κό­λα­σιν αἰ­ώ­νιον».
Μ’ αὐ­τό τόν τρό­πο ὁ Ἡ­ρώ­δης ἔ­δω­σε στήν ἐκ­κλη­σί­α τούς πρώ­τους Μάρ­τυ­ρες, ὅ­πως το­νί­ζουν τά τρο­πά­ρια τῆς ἡ­μέ­ρας:
Τῷ ἀ­χράν­τῳ σου τό­κῳ, Χρι­στέ ὁ Θε­ός, πρώ­τη θυ­σί­α γέ­γο­νε τά Νή­πια. Ἡ­ρώ­δης γάρ χει­ρώ­σα­σθαι, σέ τόν ἀ­χεί­ρω­τον βου­λη­θείς, ἠ­γνό­η­σε μαρ­τύ­ρων προ­σά­γων σοι χο­ρόν. Διό σε ἱ­κε­τεύ­ο­μεν τόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα, σῶ­σαι τάς ψυ­χάς ἡ­μῶν.
Μά­γοι ἐκ Περ­σί­δος φθά­σαν­τες, εἰς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, τόν Ἡ­ρώ­δην ἐ­τά­ρα­ξαν. Καί μα­νείς ὁ δεί­λαι­ος, τά Νή­πια κα­τέ­σφατ­τεν. Ὡς βό­τρυ­ες δέ, Χρι­στῷ προ­σή­χθη­σαν, εἰ καί μη­τρώ­ων μα­ζῶν ἐ­σπά­σθη­σαν, οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες, τόν Ἡ­ρώ­δην πλή­ξαν­τες. Διό Χρι­στόν, πί­στει ἱ­κε­τεύ­ου­σιν, εἰς τό σω­θῆ­ναι ἡ­μᾶς.

1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
Τῇ Α΄ τοῦ μη­νός Ἰ­α­νου­α­ρί­ου ἑ­ορ­τά­ζο­μεν τήν κα­τά σάρ­κα Πε­ρι­το­μή τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ καί Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ στί­χοι ἀ­να­φέ­ρουν:
Χρι­στοῦ πε­ρι­τμη­θέν­τος, ἐ­τμή­θη Νό­μος.
Καί τοῦ Νό­μου τμη­θέν­τος, εἰ­σή­χθη Χά­ρις.
Τό Συ­να­ξά­ρι μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι τήν κα­τά σάρ­κα πε­ρι­το­μή ὁ Κύ­ριος τήν κα­τα­δέ­χτη­κε σύμ­φω­να μέ τήν σχε­τι­κή δι­ά­τα­ξη τοῦ νό­μου τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης.
Στό­χος Του ἦ­ταν νά τη­ρή­σει τόν Μω­σα­ϊ­κό νό­μο, ἀλ­λά καί νά τόν ξε­πε­ρά­σει προ­χω­ρών­τας στήν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ τῆς Πε­ρι­το­μῆς.
Ἡ Πε­ρι­το­μή ἦ­ταν τύ­πος, προ­τύ­πω­ση τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, τῆς «πνευ­μα­τι­κῆς καί ἀ­χει­ρο­ποί­η­της πε­ρι­το­μῆς». Αὐ­τό ἐκ­φρά­ζουν καί τά τρο­πά­ρια τῆς ἑ­ορ­τῆς:
«Συγ­κα­τα­βαί­νων ὁ Σω­τήρ, τῷ γέ­νει τῶν ἀν­θρώ­πων, κα­τε­δέ­ξα­το σπαρ­γά­νων πε­ρι­βο­λήν. Οὐκ ἐ­βδε­λύ­ξα­το σαρ­κός τήν πε­ρι­το­μήν, ὁ ὀ­κτα­ή­με­ρος κα­τά τήν Μη­τέ­ρα, ὁ ἄ­ναρ­χος κα­τά τόν Πα­τέ­ρα. Αὐ­τῷ πι­στοί βο­ή­σω­μεν, Σύ εἶ ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς».
Ἀ­κό­μη μᾶς κά­νουν γνω­στό ὅ­τι ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα, τήν ὄ­γδο­η ἀ­πό τή γέν­νη­ση, πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά Του τό Βρέ­φος καί ὀ­νο­μά­στη­κε Ἰ­η­σοῦς.
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­αν, ἔ­χει εἰ­δι­κή ἀ­κο­λου­θί­α μέ τήν ὁ­ποί­α δί­νει τό ὄ­νο­μα στό νε­ο­γέν­νη­το βρέ­φος τήν ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα ἀ­πό τήν γέν­νη­σή του. Ἡ εὐ­χή αὐ­τῆς τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μνη­μο­νεύ­ει τήν Πε­ρι­το­μή τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀ­φοῦ αὐ­τή ἔ­γι­νε ὁ τύ­πος καί ὁ ὁ­δη­γός καί γιά τά ὀ­νο­μα­στή­ρια τῶν Χρι­στια­νῶν καί τήν «τύ­πω­σιν τοῦ Σταυ­ροῦ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ καί τῇ δι­α­νοί­ᾳ αὐ­τῶν».
«Δεῦ­τε τοῦ Δε­σπό­ρου τά ἔν­δο­ξα, Χρι­στοῦ ὀ­νο­μα­στή­ρια, ἐν ἁ­γι­ό­τη­τι πα­νη­γυ­ρί­σω­μεν. Ἰ­η­σοῦς γάρ θε­ο­πρε­πῶς, ἀ­νη­γό­ρευ­ται σή­με­ρον».
Ἔ­τσι εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι δέν ἰ­σχύ­ει αὐ­τό πού νο­μί­ζουν πολ­λοί, ὅ­τι τό Βά­πτι­σμα γί­νε­ται γιά νά δο­θεῖ τό ὄ­νο­μα. Τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα εἶ­ναι τό Μυ­στή­ριο πού μᾶς κα­θα­ρί­ζει καί μᾶς «φυ­τεύ­ει» στήν Ἐκ­κλη­σί­α γιά νά γί­νου­με μέ­λη Χρι­στοῦ. Τό ἀ­πο­λυ­τί­κιο τῆς ἑ­ορ­τῆς συ­νο­ψί­ζει θε­ο­λο­γι­κό­τα­τα:
«Μορ­φήν ἀ­ναλ­λοι­ώ­τως ἀν­θρω­πί­νην προ­σέ­λα­βες, Θε­ός ὤν κα­τ’ οὐ­σί­αν, πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνε Κύ­ρι­ε. Καί Νό­μον ἐκ­πλη­ρῶν, πε­ρι­το­μήν, θε­λή­σει κα­τα­δέ­χῃ σαρ­κι­κήν, ὅ­πως παύ­σῃς τά σκι­ώ­δη, καί πε­ρι­έ­λῃς τό κά­λυμ­μα τῶν πα­θῶν ἡ­μῶν. Δό­ξα τῇ ἀ­γα­θό­τη­τι τῇ σῇ, δό­ξα τῇ εὐ­σπλαγ­χνί­ᾳ σου, δό­ξα τῇ ἀ­νεκ­φρά­στῳ Λό­γε συγ­κα­τα­βά­σει σου».
Τήν πρώ­τη ἡ­μέ­ρα τοῦ ἔ­τους, λό­γῳ τῆς μνή­μης τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, τε­λεῖ­ται ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου.

Πα­ρα­μο­νή Θε­ο­φα­νεί­ων (5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου)
Αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα τη­ροῦ­με αὐ­στη­ρή νη­στεί­α (χω­ρίς λά­δι) ὡς προ­ε­τοι­μα­σί­α γιά τήν με­γά­λη ἑ­ορ­τή τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων. Τήν πα­ρα­μο­νή τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων ψάλ­λον­ται οἱ Με­γά­λες Ὧ­ρες τῆς ἑ­ορ­τῆς, ἀν­τί­στοι­χες μέ τῶν Χρι­στου­γέν­νων.
Σύμ­φω­να μέ τό Τυ­πι­κό, ἄν τά Θε­ο­φά­νεια τύ­χουν Κυ­ρια­κή ἤ Δευ­τέ­ρα, οἱ Ὧ­ρες ψάλ­λον­ται τήν Πα­ρα­σκευ­ή τό πρω­ί χω­ρίς Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ἄν τύ­χουν ἀ­πό Τρί­τη ἕ­ως Σάβ­βα­το, οἱ Ὧ­ρες ψάλ­λον­ται τήν πα­ρα­μο­νή, μα­ζί μέ τόν Ἑ­σπε­ρι­νό τῆς Ἑ­ορ­τῆς καί τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου.
Οἱ Με­γά­λες Ὧ­ρες τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων πε­ρι­λαμ­βά­νουν ἀ­να­γνώ­σμα­τα καί τρο­πά­ρια σχε­τι­κά μέ τήν ἑ­ορ­τή. Κοι­νά τρο­πά­ρια ὅ­λων τῶν Ὡ­ρῶν εἶ­ναι τό Κον­τά­κιο καί τό «Ἀ­πε­στρέ­φε­το πο­τέ» (κα­τά τό «Ἀ­πε­γρά­φε­το πο­τέ» τῶν Χρι­στου­γέν­νων):
«Ἀ­πε­στρέ­φε­το πο­τέ, ὁ Ἰ­ορ­δά­νης πο­τα­μός, τῇ μη­λω­τῇ Ἐ­λι­σαι­έ, ἀ­να­λη­φθέν­τος Ἠ­λιού, καί δι­ῃ­ρεῖ­το τά ὕ­δα­τα ἔν­θεν καί ἔν­θεν. Καί γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ξη­ρά ὁ­δός ἡ ὑ­γρά, εἰς τύ­πον ἀ­λη­θῶς τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, δι’ οὗ ἡ­μεῖς τήν ρέ­ου­σαν, τοῦ βί­ου δι­α­πε­ρῶ­μεν δι­ά­βα­σιν. Χρι­στός ἐ­φά­νη, ἐν Ἰ­ορ­δά­νῃ, ἁ­γιά­σαι τά ὕ­δα­τα».
«Ἐν τοῖς ρεί­θροις σή­με­ρον τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου, γε­γο­νώς ὁ Κύ­ριος, τῷ Ἰ­ω­άν­νῃ ἐκ­βο­ᾶ: Μή δει­λιά­σῃς βα­πτί­σαι με, σῶ­σαι γάρ ἥ­κω, Ἀ­δάμ τόν πρω­τό­πλα­στον».
Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα τρο­πά­ρια ἀ­να­φέ­ρον­ται στό Βά­πτι­σμα τοῦ Κυ­ρί­ου ὡς ἀρ­χή καί βά­ση τοῦ δι­κοῦ μας βα­πτί­σμα­τος. Ὁ Κύ­ριος μέ τήν Βά­πτι­σή Του ἔρ­χε­ται νά σώ­σει τό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος («Ἀ­δάμ τόν πρω­τό­πλα­στον»­), νά φω­τί­σει τή ζω­ή μας.
«Ὅ­τε πρός Αὐ­τόν ἐρ­χό­με­νος ὁ Πρό­δρο­μος, τόν Κύ­ριον τῆς δό­ξης, ἐ­βό­α θε­ω­ρῶν: Ἴ­δε, ὁ λυ­τρού­με­νος τόν κό­σμον πα­ρα­γέ­γο­νεν ἐκ φθο­ρᾶς. Ἴ­δε, ρύ­ε­ται ἡ­μᾶς ἐκ θλί­ψε­ως. Ἰ­δού, ὁ ἁ­μαρ­τη­μά­των ἄ­φε­σιν χα­ρι­ζό­με­νος, ἐ­πί γῆς ἐκ Παρ­θέ­νου Ἁ­γνῆς ἐ­λή­λυ­θε δι’ ἔ­λε­ον, καί ἀν­τί δού­λων, υἱ­ούς Θε­οῦ ἐρ­γά­ζε­ται, ἀν­τί δέ σκό­τους φω­τί­ζει τό ἀν­θρώ­πι­νον, διά τοῦ ὕ­δα­τος τοῦ Θεί­ου Βα­πτι­σμοῦ αὐ­τοῦ. Λοι­πόν δεῦ­τε συμ­φώ­νως αὐ­τόν δο­ξο­λο­γή­σω­μεν, σύν Πα­τρί καί Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι».

Μέ­γας Ἁ­για­σμός
Με­τά τίς Ὧ­ρες καί τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου (ὅ­ταν τε­λεῖ­ται) ἤ με­τά τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων, πρίν τήν ἀ­πό­λυ­ση, γί­νε­ται ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Με­γά­λου Ἁ­για­σμοῦ.
Εἶ­ναι ἡ ἴ­δια Ἀ­κο­λου­θί­α πού τε­λεῖ­ται καί τήν ἡ­μέ­ρα τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων, ἀλ­λά γιά πρα­κτι­κούς λό­γους τε­λεῖ­ται καί τήν πα­ρα­μο­νή γιά νά ἀρ­χί­σουν οἱ ἱ­ε­ρεῖς νά ἁ­γιά­ζουν τά σπί­τια. Δέν εἶ­ναι λοι­πόν Μι­κρός Ἁ­για­σμός, ἀλ­λά ὁ Μέ­γας Ἁ­για­σμός τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων.
Ἡ μό­νη ἐμ­φα­νής δι­α­φο­ρά εἶ­ναι ὅ­τι τό πρῶ­το ἀ­π’ τά τρί­α μέ­ρη τῆς εὐ­χῆς τοῦ Με­γά­λου Ἁ­για­σμοῦ δι­α­βά­ζε­ται μυ­στι­κῶς τήν πα­ρα­μο­νή ἤ ἐκ­φώ­νως τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­ορ­τῆς.
Ὁ Μέ­γας Ἁ­για­σμός γί­νε­ται μό­νο αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες καί θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­π’ τόν μη­νια­ῖο Μι­κρό Ἁ­για­σμό, δέν πρέ­πει ὅ­μως νά ὑ­περ­βάλ­λου­με δί­νον­τάς του τήν ἴ­δια ἀ­ξί­α μέ τήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Τόν Με­γά­λο Ἁ­για­σμό τόν πί­νου­με πρίν τό ἀν­τί­δω­ρο (γι’ αὐ­τό τε­λεῖ­ται πρίν τήν ἀ­πό­λυ­ση).
Μπο­ροῦ­με νά τόν κρα­τοῦ­με ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει καί ἡ εὐ­χή: «ἔ­χοι­εν αὐ­τό πρός κα­θα­ρι­σμόν ψυ­χῶν καί σω­μά­των, πρός ἱ­α­τρεί­αν πα­θῶν, πρός ἁ­για­σμόν οἴ­κων, πρός πᾶ­σαν ὠ­φέ­λειαν ἐ­πι­τή­δει­ον». Τό ρῆ­μα «ἔ­χω» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σέ εὐ­κτι­κή δη­λώ­νον­τας ὅ­τι μπο­ροῦν «νά τό ἔ­χουν» ἤ κα­λύ­τε­ρα «εἴ­θε νά τό ἔ­χουν πρός.­.­.­».
Ἑ­πο­μέ­νως μπο­ρεῖ νά φυ­λάσ­σε­ται, ὅ­μως μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βεια, σέ εἰ­δι­κό χῶ­ρο καί μέ ἐμ­φα­νή ἔν­δει­ξη ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρί Με­γά­λου Ἁ­για­σμοῦ.
Ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι δέν φυ­λάσ­σε­ται ὑ­πάρ­χει γιά λό­γους ἀ­σφα­λεί­ας καί προ­έρ­χε­ται ἀ­π’ τήν ἀ­προ­σε­ξί­α πολ­λῶν Χρι­στια­νῶν πού μπο­ρεῖ νά τό με­τα­χει­ρι­στοῦν μέ ἀ­σέ­βεια ἤ ἀ­κό­μη καί γιά ἀν­τί­χρι­στες χρή­σεις (μά­για κ.λπ.­).
Τό κα­λύ­τε­ρο εἶ­ναι νά ρω­τᾶ­με τόν πνευ­μα­τι­κό μας γιά τό θέ­μα, κι ἄν δέν ἔ­χου­με πνευ­μα­τι­κό, εἶ­ναι μί­α κα­λή εὐ­και­ρί­α νά ἀ­πο­κτή­σου­με!
Με­τά τόν Με­γά­λο Ἁ­για­σμό εἰ­σερ­χό­με­νοι στό να­ό ψάλ­λου­με:
«Ἀ­νυ­μνή­σω­μεν οἱ πι­στοί, τῆς πε­ρί ἡ­μᾶς τοῦ Θε­οῦ οἰ­κο­νο­μί­ας τό μέ­γε­θος. Ἐν γάρ τῷ ἡ­μῶν πα­ρα­πτώ­μα­τι, γε­νό­με­νος ἄν­θρω­πος, τήν ἡ­μῶν κά­θαρ­σιν κα­θαί­ρε­ται ἐν τῷ Ἰ­ορ­δά­νῃ, ὁ μό­νος κα­θα­ρός καί ἀ­κή­ρα­τος, ἁ­γιά­ζων ἐ­μέ καί τά ὕ­δα­τα καί τάς κε­φα­λάς τῶν δρα­κόν­των, συν­τρί­βων ἐ­πί τοῦ ὕ­δα­τος. Ἀν­τλή­σω­μεν οὖν ὕ­δωρ, με­τ’ εὐ­φρο­σύ­νης ἀ­δελ­φοί. Ἡ γάρ χά­ρις τοῦ Πνεύ­μα­τος, τοῖς πι­στῶς ἀν­τλοῦ­σιν, ἀ­ο­ρά­τως ἐ­πι­δί­δο­ται, πα­ρά Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ, καί Σω­τῆ­ρος τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν».

6 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
Η ἡ­μέ­ρα τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων εἶ­ναι λαμ­πρό­τα­τη καί πα­νη­γυ­ρι­κή. «Σή­με­ρον τῶν ὑ­δά­των ἁ­γι­ά­ζε­ται ἡ φύ­σις.­.­.­», ψάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας καί πραγ­μα­τι­κά, τά πο­τά­μια, οἱ λί­μνες, οἱ θά­λασ­σες τῆς πα­τρί­δας μας εἶ­ναι ἁ­γι­α­σμέ­να!
Εἶ­ναι ἡ γι­ορ­τή κα­τά τήν ὁ­ποί­α – πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη – νι­ώ­θου­με τήν συμ­με­το­χή τῆς κτί­σης-φύ­σης καί τήν λάμ­πρυν­σή της ἀ­πό τό φῶς τῆς Τρι­ση­λί­ου θε­ό­τη­τος.
«Σή­με­ρον ἡ κτί­σις φω­τί­ζε­ται, σή­με­ρον τά πάν­τα εὐ­φραί­νον­ται, τά οὐ­ρά­νια ἅ­μα καί τά ἐ­πί­γεια. Ἄγ­γε­λοι καί ἄν­θρω­ποι συμ­μί­γνυν­ται. Ὅ­που γάρ Βα­σι­λέ­ως πα­ρου­σί­α, καί ἡ τά­ξις πα­ρα­γί­νε­ται. Δρά­μω­μεν τοί­νυν ἐ­πί τόν Ἰ­ω­άν­νην, πῶς βα­πτί­ζει Κο­ρυ­φήν, ἀ­χει­ρο­ποί­η­τον καί ἀ­να­μάρ­τη­τον».
Τά πάν­τα συμ­με­τέ­χουν καί ἁ­γι­ά­ζον­ται:
«Κύ­ρι­ε, πλη­ρῶ­σαι βου­λό­με­νος, ἅ ὥ­ρι­σας ἀ­π’ αἰ­ῶ­νος, ἀ­πό πά­σης τῆς κτί­σε­ως, λει­τουρ­γούς τοῦ μυ­στη­ρί­ου σου ἔ­λα­βες. Ἐκ τῶν Ἀγ­γέ­λων τόν Γα­βρι­ήλ, ἐκ τῶν ἀν­θρώ­πων τήν Παρ­θέ­νον, ἐκ τῶν οὐ­ρα­νῶν τόν Ἀ­στέ­ρα, καί ἐκ τῶν ὑ­δά­των τόν Ἰ­ορ­δά­νην. Ἐν ᾧ τό ἀ­νό­μη­μα τοῦ κό­σμου ἐ­ξεί­λη­ψας, Σω­τήρ ἡ­μῶν δό­ξα σοι».
Ἡ ἴ­δια ἡ κτί­ση μᾶς ὁ­δη­γεῖ πρός τόν Δη­μι­ουρ­γό:
«Ὅ­τε τῇ Ἐ­πι­φα­νεί­ᾳ σου ἐ­φώ­τι­σας τά σύμ­παν­τα, τό­τε ἡ ἁλ­μυ­ρά τῆς ἀ­πι­στί­ας θά­λασ­σα ἔ­φυ­γε, καί ὁ Ἰ­ορ­δά­νης κά­τω ρέ­ων ἐ­στρά­φη, πρός οὐ­ρα­νόν ἀ­νυ­ψῶν ἡ­μᾶς. Ἀλ­λά τῷ ὕ­ψει τῶν θεί­ων ἐν­το­λῶν σου, συν­τή­ρη­σον Χρι­στέ ὁ Θε­ός, πρε­σβεί­αις τῆς Θε­ο­τό­κου, καί ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς».
«Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον τῇ οἰ­κου­μέ­νῃ καί τό φῶς σου, Κύ­ρι­ε, ἐ­ση­μει­ώ­θη ἐ­φ’ ἡ­μᾶς, ἐν ἐ­πι­γνώ­σει ὑ­μνοῦν­τάς σε. Ἦλ­θες, ἐ­φά­νης, τό Φῶς τό ἀ­πρό­σι­τον».

Advertisements

Χριστουγεννιάτικο αφιέρωμα

Διαβάστε ένα παλιότερο αφιέρωμα κείμενα πατερικά, λαογραφικά και λογοτεχνικά σχετικά με το βαθύτερο θεολογικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο της Γεννήσεως του Χριστού μας, της μητέρας των εορτών της χριστιανοσύνης, και τον αυθεντικό χαρακτήρα των παραδόσεων του ορθόδοξου λαού μας .

Κατεβάστε  το σε μορφή pdf κάνοντας κλικ στην εικόνα:     

Φώτης Κόντογλου – Παραμονὴ Χριστούγεννα

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Συνέχεια

Ἀν­δρέας Καρ­κα­βί­τσας: Θεῖ­ον Ὅ­ρα­μα

Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο “Τὰ λό­για τῆς Πλώ­ρης”, Ἐκ­δό­σεις Ε­ΣΤΙΑ

Δὲ λέ­τε, ρὲ παι­διά, τί­πο­τα νὰ ζε­στα­θοῦ­με;

Καὶ μὲ τὸ λό­γο φά­νη­κε μαῦ­ρο κορ­μὶ στὴν ἀ­νοι­χτὴ θυ­ρί­δα, κύ­λη­σε ἀ­πὸ τὴ σκά­λα κά­τω ὁ Κώ­στας ὁ θερ­μα­στής, βα­ρυ­τυ­λιγ­μέ­νος στὴν πα­τα­τού­κα του. Ἔ­κα­νε κρύ­ο δυ­να­τό. Βο­ριὰς ἐ­ξύ­ρι­ζε τὰ πέ­λα­γα, πά­γω­νε τ’ ἀ­κρο­γιά­λια, κρου­σταλ­λί­α­ζε τὰ στοι­βαγ­μέ­να χι­ό­νια στὰ βου­νά. Καὶ τὸ πλή­ρω­μα, ναῦ­τες καὶ θερ­μα­στές, συ­ναγ­μέ­νοι ὁ­λό­γυ­ρα στὴ θερ­μά­στρα, φρόν­τι­ζαν νὰ ζε­στα­θοῦν μὲ τὴ φα­σκο­μη­λιὰ καὶ τὸ ψω­μο­τύ­ρι. Ὁ λύ­χνος, καρ­φω­μέ­νος στὴ μέ­ση ἑ­νὸς στύ­λου, φώ­τι­ζε καὶ κά­πνι­ζε μα­ζὶ τὰ πε­ρί­γυ­ρα σω­θέ­μα­τα. Δι­πλὰ-τρι­πλὰ τὰ κρε­βά­τια κολ­λη­μέ­να στὰ πλευ­ρά, μὲ τὰ μαῦ­ρα τους στρω­σί­δια, θύ­μι­ζαν νε­κρο­θῆ­κες στ’ ἀ­νή­λια­στα βά­θη τῆς γῆς ται­ρι­α­σμέ­νες. Κον­τὰ ἡ κα­μα­ρού­λα τοῦ ναύ­κλη­ρου, ἀ­νοι­χτό­πορ­τη, ἔ­δει­χνε ἄλ­λο κρε­βά­τι στρω­μέ­νο, δύ­ο-τρεῖς φω­το­γρα­φί­ες πα­λι­ές, μί­α χρω­μο­λι­θο­γρα­φί­α χα­νού­μισ­σας, χρυ­σο­φο­ρε­μέ­νης καὶ ξα­πλω­μέ­νης σὲ που­που­λέ­νια προ­σκέ­φα­λα. Καὶ ὁ­λοῦ­θε κρε­μα­σμέ­να τὰ ροῦ­χα, στὸ λά­δι καὶ στὸ κάρ­βου­νο βου­τη­μέ­να. Οἱ μου­σα­μά­δες ξε­σχι­σμέ­νοι καὶ μυ­ρι­ομ­πα­λω­μέ­νοι. Τὰ χον­τρὰ πο­δή­μα­τα καὶ τὰ κα­σκέ­τα καὶ οἱ χρω­μα­τι­στοὶ σκοῦ­φοι ἔ­δει­χναν τὸ χώ­ρι­σμα κα­λο­γε­ρι­κὸ κελ­λί. Ἀλ­λὰ τὸ φλί­φλι­σμα τοῦ νε­ροῦ ποὺ ἀ­κου­ό­ταν στὰ πλευ­ρά, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­τρα­μιοῦ καὶ τὰ ψη­μέ­να πρό­σω­πα τῶν ἀν­θρώ­πων ἔ­δει­χναν πὼς ἡ ζω­ὴ ἐ­δῶ ἀ­γω­νί­ζε­ται τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­γώ­να της. Γιὰ τοῦ­το καὶ κα­νέ­νας δὲν πρό­σε­ξε τώ­ρα στὸ ἀ­στεῖ­ο κα­τρα­κύ­λη­μα τοῦ θερ­μα­στῆ.

— Δὲ λέ­τε, ρὲ παι­διά, καὶ τί­πο­τα νὰ ζε­στα­θοῦ­με; ξα­να­δευ­τέ­ρω­σε ἐ­κεῖ­νος, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὴ θερ­μά­στρα σὰν ἐ­ρω­μέ­νη.

— Τί νὰ εἰ­ποῦ­με; ρώ­τη­σε με­λαγ­χο­λι­κὸς ὁ Κώ­στας ὁ Ἀ­ξι­ώ­της. Νυ­χτιὰ σὰν τὴν ἀ­πο­ψι­νὴ δὲ θέ­λει πα­ρα­μύ­θια. Ὄ­χι, δὲ θέ­λει πα­ρα­μύ­θια! Ἐ­δῶ στὸν ἄ­γριο κόρ­φο πού εἴ­μα­στε κλει­σμέ­νοι, τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ μούγ­κρι­σμα τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, σα­βα­νω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν που­που­λέ­νιο θυ­μὸ τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ἂς ποῦ­με κα­τι­τὶ θε­ϊ­κὸ καὶ πα­ρή­γο­ρο. Στὰ πα­λιὰ χρό­νια οἱ γέ­ρον­τές μας δὲν εἶ­χαν τὴν κα­τα­δί­κη πού ἔ­χου­με ἐ­μεῖς τώ­ρα. Περ­νοῦ­σαν τὶς ἅ­γι­ες ἡ­μέ­ρες κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τους, κον­τὰ στὴ φω­τιά, ἀ­νά­με­σα στὴ φα­μί­λια τους. Ὅ­πως ὁ ἀμ­πε­λο­φυ­τευ­τὴς τ’ ἀμ­πέ­λι του, τρυ­γού­σα­νε καὶ κεῖ­νοι τὸ κα­λο­καί­ρι τὴ θά­λασ­σα καὶ χαί­ρον­ταν τὸ χει­μώ­να τὰ κα­λά της ἄ­φο­βα. Ἤ­ξε­ραν τὴ γι­ορ­τὴ καὶ τὴν κα­μα­τε­ρή τους. Εἶ­χαν και­ρὸ γιὰ τὴ χα­ρὰ καὶ γιὰ τὴ θλί­ψη τους. Ἐ­μεῖς τί­πο­τ’ ἀ­π’ αὐ­τά! Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι τ’ ὀρ­γώ­νου­με τὸ κύ­μα. Βό­δια κα­μα­τε­ρὰ στὴ βου­κέν­τρα τῆς Ἀ­νάγ­κης, ὑ­πο­τα­χτι­κὰ θ’ αὐ­λα­κώ­νου­με τ’ ἁρ­μυ­ρὸ χω­ρά­φι, μο­νά­χα τὴ φά­κνα μας ἔ­χον­τας γιὰ πλη­ρω­μή. Γιὰ τοῦ­το κα­λὰ ποὺ ἔ­τυ­χε ἡ κα­κο­και­ρί­α ν’ ἀ­φή­σου­με λί­γο τὸν κά­μα­το. Δὲ λέ­ω πὼς θὰ μεί­νου­με τώ­ρα ἥ­συ­χοι. Ὁ ἀ­φέν­της θέ­λει δου­λειὰ ἀ­πὸ τὸ δου­λευ­τή, για­τί φο­βᾶ­ται μὴν ὀ­κνέ­ψη μὲ τὴν ἀ­κα­μω­σιά. Φαν­τά­σου ὅ­μως, ἂν ἦ­ταν κα­λω­σύ­νη, τί δρό­μο θὰ παίρ­να­με τώ­ρα. Ἔ­τσι του­λά­χι­στο ἔ­χω ἐ­λεύ­θε­ρο τὸ νοῦ νὰ συλ­λο­γι­στῶ τὸ σπί­τι μου. Συνέχεια

Ἡ ἀλήθεια γιά τά Χριστούγεννα καί ἡ μυθοποίηση τῶν Χριστουγέννων

Τοῦ πρω­το­πρε­σβυ­τέ­ρου Γε­ωρ­γί­ου Δ. Με­ταλ­λη­νοῦ

 Μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση καί γέν­νη­σή Του ὁ Θε­άν­θρω­πος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός πραγ­μα­το­ποι­εῖ τό σκο­πό τῆς πλά­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που, τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Θε­αν­θρώ­που στήν ἱ­στο­ρί­α. Τήν ἕ­νω­ση τοῦ κτι­στοῦ πλά­σμα­τος μέ τόν Ἄ­κτι­στο Πλά­στη. Ὁ σκο­πός τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως εἶ­ναι ἡ θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. «Ἄν­θρω­πος γί­νε­ται Θε­ός, ἵ­να Θε­όν τόν Ἀ­δάμ ἀ­περ­γά­ση­ται» (τρο­πά­ριο Χρι­στου­γέν­νων). «Αὐ­τός ἐ­νην­θρώ­πη­σεν, ἵ­να ἡ­μεῖς θε­ο­ποι­η­θῶ­μεν» (Μ. Ἀ­θα­νά­σιος). «Ἄν­θρω­πος γάρ ἐ­γέ­νε­το ὁ Θε­ός καί Θε­ός ὁ ἄν­θρω­πος» (Ἰ. Χρυ­σό­στο­μος). Στή λο­γι­κή ἑ­νός ἠ­θι­κι­στοῦ ὁ ὅ­ρος «θε­ο­ποι­η­θῶ­μεν», πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν Πα­τέ­ρες, ὅ­πως ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σιος, εἶ­ναι σκάν­δα­λο. Γι’ αὐ­τό μι­λοῦν γιά «ἠ­θι­κή θέ­ω­ση». Δι­ό­τι φο­βοῦν­ται νά δε­χθοῦν, ὅ­τι μέ τή θέ­ω­ση με­τα­βάλ­λε­ται «κα­τά χά­ριν» αὐ­τό πού ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός εἶ­ναι «κα­τά φύ­σιν» (ἄ­κτι­στος, ἄ­ναρ­χος, ἀ­θά­να­τος). Τά Χρι­στού­γεν­να εἶ­ναι, γι’ αὐ­τό, ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­να καί μέ τή Σταύ­ρω­ση καί τήν Ἀ­νά­στα­ση, ἀλ­λά καί τήν Ἀ­νά­λη­ψη καί τήν Πεν­τη­κο­στή. Ὁ Χρι­στός-Θε­άν­θρω­πος χα­ρά­ζει τόν δρό­μο, πού κα­λεῖ­ται νά βα­δί­σει κά­θε σω­ζό­με­νος ἄν­θρω­πος, ἑ­νού­με­νος μα­ζί Του. Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­σμός καί τά Χρι­στού­γεν­να ὁ­δη­γοῦν στήν Πεν­τη­κο­στή, τό γε­γο­νός τῆς θε­ώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που ἐν Χρι­στῷ, μέ­σα δη­λα­δή στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄν τά Χρι­στού­γεν­να εἶ­ναι ἡ γέν­νη­ση τοῦ Θε­οῦ ὡς ἀν­θρώ­που, ἡ Πεν­τη­κο­στή εἶ­ναι ἡ τε­λεί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς Θε­οῦ κα­τά χά­ριν. Μέ τό βά­πτι­σμά μας με­τέ­χου­με στή σάρ­κω­ση, τόν θά­να­το καί τήν ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ζοῦ­με καί μεῖς τά «Χρι­στού­γεν­νά μας», τήν ἀ­νά-πλα­σή μας. Οἱ Ἅ­γιοι δέ, πού φθά­νουν στήν ἕ­νω­ση μέ τόν Χρι­στό, τή θέ­ω­ση, με­τέ­χουν στήν Πεν­τη­κο­στή καί φθά­νουν ἔ­τσι στήν τε­λεί­ω­ση καί ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ ἀ­να­γεν­νη­μέ­νου ἐν Χρι­στῷ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τό ση­μαί­νει ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά πραγ­μά­τω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἐκ­πλή­ρω­ση δη­λα­δή τοῦ σκο­ποῦ τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του.

Ὅ­σο κι ἄν εἶ­ναι κου­ρα­στι­κός ὁ θε­ο­λο­γι­κός λό­γος, καί μά­λι­στα στόν ἀ­μύ­η­το θε­ο­λο­γι­κά σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο, δέν ἐκ­φρά­ζει πα­ρά τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῶν Ἁ­γί­ων μας. Μέ­σα ἀ­πό αὐ­τή τήν ἐμ­πει­ρί­α καί μό­νο μπο­ροῦν νά κα­τα­νο­η­θοῦν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά, δη­λα­δή Χρι­στο­κεν­τρι­κά, τά Χρι­στού­γεν­να. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ μή ἀ­να­γεν­νη­μέ­νου ἐν Χρι­στῷ ἀν­θρώ­που νά νο­η­μα­το­δο­τή­σει τά Χρι­στού­γεν­να ἔ­χει ὁ­δη­γή­σει σέ κά­ποι­ους γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τά μύ­θους. Οἱ ἄ­γευ­στοι τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, μή μπο­ρών­τας νά ζή­σουν τά Χρι­στού­γεν­να, μυ­θο­λο­γοῦν γι’ αὐ­τά, στά ὅ­ρια τῆς φαν­τα­σί­ας καί μυ­θο­πλα­σί­ας, χά­νον­τας τό ἀ­λη­θι­νό νό­η­μά τους. Ὅ­πως μά­λι­στα θά δοῦ­με, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός αὐ­τός δέν συν­δέ­ε­ται πάν­το­τε μέ τήν ἄρ­νη­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου, ἀλ­λά μέ ἀ­δυ­να­μί­α βι­ώ­σε­ώς του, πού ὁ­δη­γεῖ ἀ­να­πό­φευ­κτα στήν πα­ρερ­μη­νεί­α του.

Μί­α πρώ­τη μυ­θο­λο­γι­κή ἀ­πάν­τη­ση στό ἐ­ρώ­τη­μα τῶν Χρι­στου­γέν­νων δί­νε­ται ἀ­πό τήν αἵ­ρε­ση, τή στο­χα­στι­κή καί ἀ­νέ­ρει­στη -ἀ­νεμ­πει­ρι­κή δη­λα­δή- θε­ο­λό­γη­ση. Ὁ δο­κη­τι­σμός, ἡ φο­βε­ρό­τε­ρη αἵ­ρε­ση ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων, δέ­χθη­κε κα­τά φαν­τα­σί­αν σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου (δο­κεῖν-φαί­νε­σθαι). Φαι­νο­με­νι­κή, δη­λα­δή, πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ στήν ἐν­δο­κο­σμι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Γιά ποι­ό λό­γο; Θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ρω­τή­σει κα­νείς. Οἱ Δο­κῆ­ται ἤ Δο­κη­ταί κά­θε ἐ­πο­χῆς δέν μπο­ροῦν νά ἀ­νε­χθοῦν, στά ὅ­ρια τῆς λο­γι­κῆς τους, τή σάρ­κω­ση καί τή γέν­νη­ση τοῦ Θε­οῦ ὡς ἀν­θρώ­που. Με­τα­βαλ­λό­με­νοι σέ αὐ­τό­κλη­τους ὑ­πε­ρα­σπι­στές τοῦ κύ­ρους τοῦ Θε­οῦ, ντρέ­πον­ται νά δε­χθοῦν κά­τι πού ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ἐ­πέ­λε­ξε γιά τή σω­τη­ρί­α μας. Τόν δρό­μο τῆς μη­τρό­τη­τος. Νά γεν­νη­θεῖ δη­λα­δή ἀ­πό μιά Μάν­να, ἔ­στω καί ἄν αὐ­τή δέν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πό τό κα­θα­ρό­τε­ρο πλά­σμα ὅ­λης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἱ­στο­ρί­ας, τήν Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νο. Ὅ­λοι αὐ­τοί μπο­ροῦν νά κα­τα­τα­χθοῦν στούς «ὑ­πε­ρά­γαν» Ὀρ­θο­δό­ξους (κα­τά τόν ἅγ. Γρη­γό­ριο τόν Θε­ο­λό­γο). Συνέχεια

Μήνυμα Χριστουγέννων του καθηγουμένου της Ι.Μ.Γρηγορίου Αγ. Ορους Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ ΙΗΣΟΥΣ ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Πηγή: http://agioros.blogspot.com/2011/12/blog-post_18.html

«Προσκυνοῦμεν σου τήν Γένναν Χριστέ».
Μέ τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ὅλου τοῦ κόσμου θά κληθοῦμε ἀπό τήν Ἁγία Ἐκκλησία νά προσκυνήσουμε ὡς «παιδίον» εἰς τάς ἀγκάλας τῆς ἁγίας Μητρός Του Αὐτόν πού εἶναι «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος» (Ἀποκ. α΄ 8), ὁ «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος», ὁ «ἐξουσιαστής», ὁ «ἄρχων τῆς εἰρήνης», ὁ «πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» (Ἡσ. θ΄ 6).
Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ συμμετέχουν εἰς αὐτήν τήν προσκύνησιν. Ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «Οἱ ἄγγελοι (προσφέρουν) τόν ὕμνον, οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα, οἱ μάγοι τά δῶρα, οἱ ποιμένες τό θαῦμα, ἡ γῆ τό σπήλαιον, ἡ ἔρημος τήν φάτνην» καί τό γένος τῶν ἀνθρώπων «μητέρα Παρθένον», στόν νηπιάσαντα Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Καί τοῦτο, διότι τό βρέφος αὐτό, τό φαινομενικά ἀδύνατο, εἶναι ὁ Παντοκράτωρ, ὁ Λυτρωτής, ὁ Σωτήρ, ὁ Θεάνθρωπος.
Θεωροῦντες τά πράγματα διά τῆς πίστεως γνωρίζομε ὅτι τό ἀδύνατο αὐτό βρέφος εἶναι ὁ «πρό αἰώνων Θεός», ὁ Κύριος τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας.
Συνέχεια

Δημήτριος Σ. Λουκάτος: Ἡ Ἑλληνίδα νοικοκυρά ἡρωΐδα τῶν δωδεκαήμερων φροντίδων

“Χρει­ά­ζε­ται νά μα­θαί­νου­με ὅ,τι προ­η­γή­θη­κε,

ἄν θέ­λου­με νά συ­νε­χί­σου­με μέ ἦ­θος τόν ἴ­διο πο­λι­τι­σμό”

Δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ θρη­σκευ­τι­κή πε­ρι­συλ­λο­γή καί τά ὡ­ραῖ­α ἀν­θρω­πι­στι­κά λό­για τῆς Ὑ­μνο­γρα­φί­ας, πού κά­νουν τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές τῶν Χρι­στου­γέν­νων γα­λη­νε­μέ­νες καί εἰ­ρη­νο­ποι­ές. Εἶ­ναι καί ἡ ἴ­δια ἡ ἀ­νάγ­κη τῶν ἀν­θρώ­πων, μέ­σα στίς δύ­σκο­λες χει­μω­νι­ά­τι­κες ὧ­ρες, νά ξε­φύ­γουν ἀ­πό τούς φυ­σι­κούς φό­βους τους. Εἶ­ναι ὕ­στε­ρα ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τους, μέ­σα στήν τύρ­βη τῆς πολ­λα­πλα­σι­α­σμέ­νης ζω­ῆς τους, νά ἠ­ρε­μή­σουν ἀ­πό τήν κο­σμι­κή τα­ρα­χή, νά ξα­να­γυ­ρί­σουν στόν «ἑ­αυ­τό» τους καί νά ζή­σουν ἀ­γα­πη­μέ­να καί ζε­στά, στήν πρώ­τη βι­ο­τι­κή ὁ­μά­δα τους, τήν οἰ­κο­γέ­νεια. Τό σπί­τι, τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές, ὅ­λες τίς δώ­δε­κα ἡ­μέ­ρες, ἀ­πό τά Χρι­στού­γεν­να ὡς τά Φῶ­τα, γί­νε­ται ἑ­στί­α καί φρού­ριο τῶν ἀν­θρω­πί­νων αἰ­σθη­μά­των, φω­λιά ἀ­γά­πης καί ζε­στα­σιᾶς, πού τήν πε­ρι­μέ­νουν μέ λα­χτά­ρα ὅ­σοι ἑ­τοι­μά­ζον­ται νά τή ζή­σουν, ἀλ­λά καί μέ τρα­γι­κή νο­σταλ­γί­α ἐ­κεῖ­νοι πού θά τή στε­ρη­θοῦν.

Συνέχεια